electable
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | electable |
| συγκριτικός | more electable |
| υπερθετικός | most electable |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]electable (en)
- εκλόγιμος
They proposed him as a candidate, even though they did not consider him electable.
- Τον πρότειναν για υποψήφιο, παρόλο που δεν τον θεωρούσαν εκλόγιμο.