electricitate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

electricitate (ro) θηλυκό

  1. ο ηλεκτρισμός

Κλίση[επεξεργασία]