electrify
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | electrify |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | electrifies |
| αόριστος | electrified |
| παθητική μετοχή | electrified |
| ενεργητική μετοχή | electrifying |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]electrify (en) (μεταβατικό)
- ηλεκτρίζω, εξηλεκτρίζω, κάνω κάτι να λειτουργεί με ηλεκτρισμό· περνάω ηλεκτρικό ρεύμα σε κάτι
The house was electrified for the first time in 1950.
- Το σπίτι ηλεκτρίστηκε για πρώτη φορά το 1950.
The engineers are electrifying the grid to provide power to the area.
- Οι μηχανικοί ηλεκτρίζουν το δίκτυο για την παροχή ρεύματος στην περιοχή.
- ηλεκτρίζω, δημιουργώ ένταση θετικά, ευχάριστα
The leader’s speech electrifies the crowds every time.
- Η ομιλία του ηγέτη ηλεκτρίζει τα πλήθη κάθε φορά.