Μετάβαση στο περιεχόμενο

electrifying

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός electrifying
συγκριτικός more electrifying
υπερθετικός most electrifying

electrifying (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη electric

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

electrifying (en)