elementary

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

elementary (en)

  1. στοιχειώδης (βασικός, θεμελιώδης)
  2. στοιχειώδης, για τη στοιχειώδη εκπαίδευση, το δημοτικό σχολείο
  3. στοιχειώδης (για τα υποατομικά σωματίδια)