elemento

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

elemento < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική elemento elementoj
αιτιατική elementon elementojn

elemento (eo)




Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

elemento < λατινική elementum

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
elemento elementi

elemento (it)

  1. το στοιχείο
  2. χημεία, το ένα χημικό στοιχείο: μια απλή ουσία που αποτελείται από άτομα της ίδιας φύσης
  3. αρχιτεκτονική, το αρχιτεκτονικό στοιχείο: η οριζόντια και κατακόρυφη συνιστώσα ενός κτιρίου ή μιας δομής
  4. νομική, το νομικά στοιχεία: η αρχή το κράτος
  5. (φυσική), το φυσικό στοιχείο: αυτό που δίνει ερεθίσματα σε διάφορους παράγοντες, για αν δώσουν κίνηση, η ενέργεια, η ηλεκτρική ενέργεια
  6. λογική, το λογικό στοιχείο: το κριτήριο του συλλογισμού
  7. μαγεία, το στοιχείο της μαγείας και της αόρατης σκοτεινής δύναμης
  8. ζωγραφική, το εικονογραφικό στοιχείο: συστατικό ενός πίνακα ζωγραφικής ή καλλιτεχνικής αναπαράστασης
  9. επιστήμη, το επιστημονικό στοιχείο
  10. Πρότυπο:γλσλ, μια λέξη ή τμήμα μιας έκφρασης
  11. (μεταφορικά), στοιχείο σε μια αφηρημένη έννοια: οντότητα μιας σύνθετης οντότητας
  12. φιλοσοφία, κάθε ένα από τα συστατικά της αρχέγονης πραγματικότητας (τέσσερα στοιχεία: φωτιά, γη, αέρας, νερό)
  13. μαθηματικά, οντότητες που περιέχονται σε ένα σύνολο