Μετάβαση στο περιεχόμενο

elparoli

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
elparoli < el + paroli
ρήμα elparoli
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας elparolas elparolanta elparolata
αόριστος elparolis elparolinta elparolita
μέλλοντας elparolos elparolonta elparolota
υποθετική elparolus - -
προστακτική elparolu - -

elparoli (eo)

Συγγενικά

[επεξεργασία]