Μετάβαση στο περιεχόμενο

eltiri

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
eltiri < λείπει η ετυμολογία
ρήμα eltiri
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας eltiras eltiranta eltirata
αόριστος eltiris eltirinta eltirita
μέλλοντας eltiros eltironta eltirota
υποθετική eltirus - -
προστακτική eltiru - -

eltiri (eo)