elusive

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : illusive

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

elusive (en)

  1. ασύλληπτος, άπιαστος
    an elusive criminal
  2. φευγαλέος
    an elusive moment
  3. δύσκολος να οριστεί ή να περιγραφεί
    an elusive word
  4. που δύσκολα τον θυμόμαστε