Μετάβαση στο περιεχόμενο

emasculation

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

emasculation (en)

  • ευνουχισμός, η στέρηση των αντρικών ιδιοτήτων και η κατάσταση που προκύπτει ως αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας