embarras

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
embarras embarras

embarras (fr) αρσενικό

  1. αμηχανία, δύσκολη θέση, δυσχέρεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]