embarrass
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | embarrass |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | embarrasses |
| αόριστος | embarrassed |
| παθητική μετοχή | embarrassed |
| ενεργητική μετοχή | embarrassing |
Ρήμα
[επεξεργασία]embarrass (en)
- φέρνω σε αμηχανία ή σε δύσκολη θέση, ντροπιάζω, εξευτελίζω, κάνω κάποιον να νιώθει ντροπαλός ή άβολος, ειδικά σε μια κοινωνική κατάσταση
Her questions about my private life embarrassed me.
- Οι ερωτήσεις της για την προσωπική μου ζωή με έφεραν σε αμηχανία.
I didn’t want to embarrass him by kissing him in front of his friends.
- Δεν ήθελα να τον φέρω σε δύσκολη θέση φιλώντας τον μπροστά στους φίλους του.
You embarrassed me in front of so many people with your behavior.
- Με ντρόπιασες μπροστά σε τόσον κόσμο με τα φερσίματά σου.
You embarrassed yourself with what you did.
- Ντροπιάστηκες με αυτό που έκανες.
He insulted and embarrassed me.
- Με έβρισε και με εξευτέλισε.
I feel embarrassed.
- Νιώθω εξευτελισμένος.
You embarrass yourself when you go around drunk.
- Εξευτελίζεσαι όταν γυρίζεις μεθυσμένος εδώ και κει.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη humiliate