Μετάβαση στο περιεχόμενο

embarrass

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας embarrass
γ΄ ενικό ενεστώτα embarrasses
αόριστος embarrassed
παθητική μετοχή embarrassed
ενεργητική μετοχή embarrassing

embarrass (en)

  • φέρνω σε αμηχανία ή σε δύσκολη θέση, ντροπιάζω, εξευτελίζω, κάνω κάποιον να νιώθει ντροπαλός ή άβολος, ειδικά σε μια κοινωνική κατάσταση
    παράδειγμα  Her questions about my private life embarrassed me.
    Οι ερωτήσεις της για την προσωπική μου ζωή με έφεραν σε αμηχανία.
    παράδειγμα  I didn’t want to embarrass him by kissing him in front of his friends.
    Δεν ήθελα να τον φέρω σε δύσκολη θέση φιλώντας τον μπροστά στους φίλους του.
    παράδειγμα  You embarrassed me in front of so many people with your behavior.
    Με ντρόπιασες μπροστά σε τόσον κόσμο με τα φερσίματά σου.
    παράδειγμα  You embarrassed yourself with what you did.
    Ντροπιάστηκες με αυτό που έκανες.
    παράδειγμα  He insulted and embarrassed me.
    Με έβρισε και με εξευτέλισε.
    παράδειγμα  I feel embarrassed.
    Νιώθω εξευτελισμένος.
    παράδειγμα  You embarrass yourself when you go around drunk.
    Εξευτελίζεσαι όταν γυρίζεις μεθυσμένος εδώ και κει.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη humiliate

Σύνθετα

[επεξεργασία]