embauche

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
embauche embauches

embauche (fr) θηλυκό

  1. πρόσληψη
    entretien d'embauchee - συνομιλία πρόσληψης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]