embedded

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɪmˈbɛdɪd/ και /ɛmˈbɛdɪd/

Επίθετο[επεξεργασία]

embedded (en)

  1. ενσωματωμένος, εμπεριεχόμενος
  2. πακτωμένος
  3. εμφυτευμένος

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

embedded (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος embed

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]