embezzlement
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]embezzlement (en) (μη μετρήσιμο)
- η υπεξαίρεση, η κατάχρηση, η κλοπή μεγάλου ποσού από κάτοχο συστημικής θέσης
Embezzlement of public funds is considered a serious offense.
- Η υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος θεωρείται σοβαρό αδίκημα.