Μετάβαση στο περιεχόμενο

embouchure

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
embouchure embouchures

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

embouchure (fr) θηλυκό