Μετάβαση στο περιεχόμενο

embrasement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
embrasement embrasements

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

embrasement (fr) αρσενικό

  1. η ανάφλεξη
  2. (μεταφορικά) ο φωτισμός