embryonnaire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

embryonnaire < embryon

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
embryonnaire embryonnaires

embryonnaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. εμβρυακός