emergencia
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]emergencia (es) θηλυκό
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]- estado de emergencia (κατάσταση εκτάκτου ανάγκης)
Πηγές
[επεξεργασία]- emergencia - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.
