emi
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Αντωνυμία
[επεξεργασία]emi (emì)
- (προσωπική αντωνυμία) εμείς (α΄ πρόσωπο ονομαστική πληθυντικού του evo)
Κλίση
[επεξεργασία]| η προσωπική αντωνυμία (κατωιταλικά) | ||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| αριθμός | ενικός | |||||||
| πρόσωπα → πτώσεις ↓ |
πρώτο | δεύτερο | τρίτο | |||||
| ονομαστική | evo, ivo | esu, isu | (e)cino, -i, -o2 | |||||
| γενική | mu, mu1 | su, su1 | tu1, ti(s)1, tu1 | |||||
| αιτιατική | emena, emea, imena, imea, me1 |
esena, esea, isena, isea, se1 |
to(n)1, ti(n)1, to1 | |||||
| αριθμός | πληθυντικός | |||||||
| πρόσωπα → πτώσεις ↓ |
πρώτο | δεύτερο | τρίτο | |||||
| ονομαστική | emi(se), imi | esi(se), isi | (e)cini, -e(s), -a2 | |||||
| γενική | ema, ma1 | esa, isa, sa1 | to(s)1 | |||||
| αιτιατική | ema, ma1 | esa, isa, sa1 | tu(s)1, te(s)1, ta1 | |||||
| 1. Αδύναμος τύπος. 2. Έχει ξεχωριστή κλίση ως δεικτική αντωνυμία. Δείτε την για λεπτομέρειες. | ||||||||
Πηγές
[επεξεργασία]- emì Vocabolario σελ.192 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κατωιταλικά
- Αντωνυμίες (κατωιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Προσωπικές αντωνυμίες (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)