emotionally
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | emotionally |
| συγκριτικός | more emotionally |
| υπερθετικός | most emotionally |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]emotionally (en)
- συναισθηματικά, ψυχικά, με τρόπο που συνδέεται με τα συναισθήματα
He is very emotionally attached to his family.
- Είναι πολύ δεμένος συναισθηματικά με την οικογένειά του.
He supported her emotionally during difficult times.
- Της στάθηκε ψυχικά σε δύσκολες στιγμές.
- συναισθηματικά, με τρόπο που προκαλεί έντονα συναισθήματα
He spoke emotionally charged.
- Μίλησε συναισθηματικά φορτισμένος.