Μετάβαση στο περιεχόμενο

emotionally

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός emotionally
συγκριτικός more emotionally
υπερθετικός most emotionally

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
emotionally < emotional + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

emotionally (en)

  1. συναισθηματικά, ψυχικά, με τρόπο που συνδέεται με τα συναισθήματα
    παράδειγμα  He is very emotionally attached to his family.
    Είναι πολύ δεμένος συναισθηματικά με την οικογένειά του.
    παράδειγμα  He supported her emotionally during difficult times.
    Της στάθηκε ψυχικά σε δύσκολες στιγμές.
  2. συναισθηματικά, με τρόπο που προκαλεί έντονα συναισθήματα
    παράδειγμα  He spoke emotionally charged.
    Μίλησε συναισθηματικά φορτισμένος.