empathy

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

empathy (en)

  • ενσυναίσθηση, συναισθηματική ταύτιση και βαθιά επικοινωνία με τον άλλον
    • (κάποιες φορές) συμπονετικότητα, συμπόνια που πηγάζει από την θεμέλια empathy

Σημειώσεις[επεξεργασία]

pseudo-empathy: ουδέτερη ενσυναίσθηση, ικανότητα κατανόησης των συναισθημάτων του άλλου ασχέτως εάν θα ενεργήσεις βοηθητικά, παραμείνεις απαθής ή εκμεταλλευτείς ωφελιμιστικά αυτήν την γνώση σου, ψευδο-ενσυναίσθηση με "ρυθμιστικό διακόπτη"

Ψευδόφιλες λέξεις[επεξεργασία]