emphasis
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| emphasis | emphases |
| ανώμαλα ουσιαστικά (αγγλικά) | |
emphasis (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)
- η έμφαση, η ιδιαίτερη σημασία που δίνεται σε κάτι
Since the turn of the century there has been a greater emphasis on education.
- Από την αλλαγή του αιώνα δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην εκπαίδευση.
He puts a lot of emphasis on repetitive practice.
- Δίνει μεγάλη έμφαση στην επαναληπτική εξάσκηση.
She places a particular/strong emphasis on reading and writing.
- Δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγνωση και στη γραφή.
Increased emphasis is now being placed on corporate image.
- Πλέον δίνεται αυξημένη έμφαση στην εταιρική εικόνα.
The emphasis is very much on learning the spoken language.
- Η έμφαση δίνεται κυρίως στην εκμάθηση της προφορικής γλώσσας.
There is too much emphasis on reducing costs.
- Δίνεται υπερβολική έμφαση στη μείωση του κόστους.
We provide all types of information, with an emphasis on legal advice.
- Παρέχουμε κάθε είδους πληροφορίες, με έμφαση στη νομική συμβουλή.
There has been a shift in emphasis from manufacturing to service industries.
- Υπήρξε μετατόπιση της έμφασης από τη βιομηχανία στις υπηρεσίες.