Μετάβαση στο περιεχόμενο

emphasis

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
emphasis emphases
ανώμαλα ουσιαστικά (αγγλικά)

emphasis (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  1. η έμφαση, η ιδιαίτερη σημασία που δίνεται σε κάτι
    παράδειγμα  Since the turn of the century there has been a greater emphasis on education.
    Από την αλλαγή του αιώνα δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην εκπαίδευση.
    παράδειγμα  He puts a lot of emphasis on repetitive practice.
    Δίνει μεγάλη έμφαση στην επαναληπτική εξάσκηση.
    παράδειγμα  She places a particular/strong emphasis on reading and writing.
    Δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγνωση και στη γραφή.
    παράδειγμα  Increased emphasis is now being placed on corporate image.
    Πλέον δίνεται αυξημένη έμφαση στην εταιρική εικόνα.
    παράδειγμα  The emphasis is very much on learning the spoken language.
    Η έμφαση δίνεται κυρίως στην εκμάθηση της προφορικής γλώσσας.
    παράδειγμα  There is too much emphasis on reducing costs.
    Δίνεται υπερβολική έμφαση στη μείωση του κόστους.
    παράδειγμα  We provide all types of information, with an emphasis on legal advice.
    Παρέχουμε κάθε είδους πληροφορίες, με έμφαση στη νομική συμβουλή.
    παράδειγμα  There has been a shift in emphasis from manufacturing to service industries.
    Υπήρξε μετατόπιση της έμφασης από τη βιομηχανία στις υπηρεσίες.