Μετάβαση στο περιεχόμενο

emphasize

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας emphasize
γ΄ ενικό ενεστώτα emphasizes
αόριστος emphasized
παθητική μετοχή emphasized
ενεργητική μετοχή emphasizing

emphasize (en)