empilement

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
empilement empilements

empilement (fr) αρσενικό

  1. ο σωρός, η στοίβα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]