empower

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

empower (en)

  1. εξουσιοδοτώ, δίνω την εξουσία σε κάποιον
  2. ενδυναμώνω, εμψυχώνω