empregado

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
empregado empregados

empregado (pt) αρσενικό

  1. ο υπάλληλος
  2. το γκαρσόνι