Μετάβαση στο περιεχόμενο

en-tête

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
en-tête en-têtes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

en-tête (fr) αρσενικό