en masse
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]en masse (en)
- εφάπαξ
They paid off their debt en masse.
- Εξόφλησαν την οφειλή τους εφάπαξ.
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]en masse (fr)