Μετάβαση στο περιεχόμενο

uniforme

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από en uniforme)

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
uniforme uniformes

uniforme (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ομοιόμορφος, ομοειδής
  2. ενιαίος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
uniforme uniformes

uniforme (fr) αρσενικό

Εκφράσεις

[επεξεργασία]