Μετάβαση στο περιεχόμενο

encéphalite

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
encéphalite encéphalites

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

encéphalite (fr) θηλυκό