enchaîner

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

enchaîner (fr)

  1. αλυσοδένω
  2. ενώνω με λογική ή φυσική σειρά διάφορα στοιχεία
  3. (στο θέατρο) συνεχίζω ένα έργο μετά από μια διακοπή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Γράφεται επίσης[επεξεργασία]