enchanting

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παραθετικά
θετικός enchanting
συγκριτικός more enchanting
υπερθετικός most enchanting

enchanting (en)

  1. μαγευτικός, -ή, -ό
  2. συναρπαστικός, -ή, -ό

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

enchanting (en)

  • μετοχή ενεστώτα του ρήματος enchant