Μετάβαση στο περιεχόμενο

encourage

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας encourage
γ΄ ενικό ενεστώτα encourages
αόριστος encouraged
παθητική μετοχή encouraged
ενεργητική μετοχή encouraging

encourage (en)

  1. ενθαρρύνω, δίνω θάρρος ή κίνητρα σε κάποιον
    παράδειγμα  I encourage someone in their studies.
    Ενθαρρύνω κάποιον στις σπουδές του.
    παράδειγμα  I was encouraged to see that…
    Ενθαρρύνθηκα βλέποντας ότι…
    παράδειγμα  He encouraged me at every difficult moment in my life.
    Με ενθάρρυνε σε κάθε δύσκολη στιγμή της ζωής μου.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη motivate
  2. διευκολύνω, καταφέρνω κάποιον να κάνει κάτι διευκολύνοντάς τον και κάνοντάς τον να πιστέψει ότι είναι καλό να κάνει
    παράδειγμα  He gave me all the data so it encouraged me to draft the research.
    Μου έδωσε όλα τα στοιχεία και έτσι διευκολύνθηκα στη σύνταξη της μελέτης.
  3. υποβοηθώ, διευκολύνω, κάνω κάτι πιο πιθανό να συμβεί ή να αναπτυχθεί
    παράδειγμα  Conditions which encourage the development of small businesses.
    Συνθήκες που υποβοηθούν την ανάπτυξη των μικρών επιχειρήσεων.
    παράδειγμα  a medicine which encourages digestion - φάρμακο που διευκολύνει την πέψη