encroachment

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία en[επεξεργασία]

encroachment < encroach + -ment < encroach < παλαιογαλλικά: encrochier ‎(“αρπάζω”) < en- +‎ croc ‎(“γάντζος”) +‎ -ier

Προφορά[επεξεργασία]

/ɛŋˈkrəʊtʃm(ə)nt/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

encroachment

Συνώνυμα[επεξεργασία]