Μετάβαση στο περιεχόμενο

endettement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
endettement endettements

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

endettement (fr) αρσενικό