ending
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| ending | endings |
ending (en)
- το τέλος, το τελευταίο μέρος μιας ιστορίας, ταινίας κτλ.
- (γραμματική) η κατάληξη μιας λέξης
Why do some adverbs have two endings while others have only one?
- Γιατί τα επιρρήματα έχουν δυο καταλήξεις ενώ κάποια άλλα μόνο μία;
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]ending (en)
- ενεργητική μετοχή ενεστώτα του end