endormi

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό endormi endormis
θηλυκό endormie endormies

endormi (fr)

  1. κοιμισμένος, αποκοιμισμένος
  2. (μεταφορικά) κοιμήσης