Μετάβαση στο περιεχόμενο

endromis

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
endromis < (άμεσο δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνδρομίς < ἐν + δρόμος + -ίς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

endromis θηλυκό

  1. (ενδυμασία) χοντρό μάλλινο πανωφόρι που φορούσαν οι αθλητές μετά την εξάσκηση ή τους αγώνες
  2. (κατ’ επέκταση) πολυτελής επενδύτης
αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική endromis endromidēs
γενική endromidis endromidum
δοτική endromidī endromidibus
αιτιατική endromidem endromidēs
κλητική endromis endromidēs
αφαιρετική endromide endromidibus
(γ' κλίση)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]