energie
Εμφάνιση
Ρουμανικά (ro)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.neɾˈd͡zi.je/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : e‐ner‐gi‐e
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]energie θηλυκό
- ενέργεια (φυσικό μέγεθος)
Σλοβακικά (sk)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]energie θηλυκό
- γενική ενικού του energia
- ονομαστική πληθυντικού του energia