Μετάβαση στο περιεχόμενο

enfeoff

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

enfeoff (en)

  • όντας ανώτερη εξουσία παραχωρώ φέουδο σε κατώτερο από εμένα αριστοκράτη