Μετάβαση στο περιεχόμενο

enfermi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
enfermi < λείπει η ετυμολογία
ρήμα enfermi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας enfermas enfermanta enfermata
αόριστος enfermis enferminta enfermita
μέλλοντας enfermos enfermonta enfermota
υποθετική enfermus - -
προστακτική enfermu - -

enfermi (eo)