Μετάβαση στο περιεχόμενο

enflure

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
enflure enflures

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

enflure (fr) θηλυκό

  1. το εξόγκωμα, το πρήξιμο
  2. (μεταφορικά) είδος βρισιάς

Συγγενικά

[επεξεργασία]