engage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

engage (en)

  1. (αμετάβατο) δεσμεύομαι ότι θα κάνω κάτι, υπόσχομαι, εγγυώμαι ότι θα το κάνω
  2. (στην παθητική) αρραβωνιάζομαι, μνηστεύομαι
  3. (μεταβατικό) απασχολώ ή προσλαμβάνω κάποιον εργαζόμενο
  4. (μεταβατικό) (με την πρόθεση in) εμπλέκομαι σε μια δραστηριότητα, καταπιάνομαι με κάτι
  5. ...