engender

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

engender (en)

  1. επιφέρω, προκαλώ
  2. engender (sb): γεννάω ως άνδρας παιδί(-ιά)