Μετάβαση στο περιεχόμενο

enginar

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
enginar < οθωμανική τουρκική انكنار (inginar) < νέα ελληνική αγκινάρα < μεσαιωνική ελληνική ἀγκινάρα < αρχαία ελληνική κινάρα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /en.ɟiˈnaɾ/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

enginar (tr)

  • (φυτό, λαχανικό) η αγκινάρα
    παράδειγμα Enginar karaciğer dostu bir sebze olarak bilinir.
         Η αγκινάρα είναι γνωστή ως ένα λαχανικό φιλικό προς το συκώτι.