Μετάβαση στο περιεχόμενο

enlightening

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

enlightening (en)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

enlightening (en)