Μετάβαση στο περιεχόμενο

enlist

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας enlist
γ΄ ενικό ενεστώτα enlists
αόριστος enlisted
παθητική μετοχή enlisted
ενεργητική μετοχή enlisting

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
enlist < en- + list

enlist (en)

  1. (μεταβατικό) στρατολογώ, πείθω κάποιον να με βοηθήσει ή να κάνει κάτι μαζί μου
    παράδειγμα  They are enlisting members for the party.
    Στρατολογούν μέλη για το κόμμα.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) στρατολογώ, κατατάσσω, εγγράφω κάποιον ή εγγράφομαι στη δύναμη στρατιωτικής μονάδας
    παράδειγμα  The feudal lords were enlisting volunteers and mercenaries.
    Οι φεουδάρχες στρατολογούσαν εθελοντές και μισθοφόρους.
    παράδειγμα  They enlisted him in the artillery.
    Τον κατέταξαν στο πυροβολικό.
    παράδειγμα  I am enlisting in the military.
    Κατατάσσομαι στο στρατό.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη recruit