Μετάβαση στο περιεχόμενο

enlitigi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
enlitigi < λείπει η ετυμολογία
ρήμα enlitigi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας enlitigas enlitiganta enlitigata
αόριστος enlitigis enlitiginta enlitigita
μέλλοντας enlitigos enlitigonta enlitigota
υποθετική enlitigus - -
προστακτική enlitigu - -

enlitigi (eo)