enregistreur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό enregistreur enregistreurs
θηλυκό enregistreuse enregistreuses

enregistreur (fr)

  1. (για συσκευές) καταγραφικός
  2. (μεταφορικά) λέγεται για κάθε δείκτη που δείχνει μια τάση

Εκφράσεις[επεξεργασία]